Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018



Τελεία

Λέω ν’ αφήσουμε, αργά στο χώμα,
μια κουκίδα που τελεία θα την πούμε,
και πάνω της το δάχτυλο ακουμπώντας
ν’ αρχίσουμε τη χάραξη ενός κύκλου.
Κι ίσως, δεμένοι στον πυρήνα που μας έλκει
κι ακολουθώντας την πορεία του άξονά μας,
αλήθεια καταφέρουμε να δούμε, από μέσα,
μέχρι τις άκρες του να ενώσει ο κύκλος.   
Αυτή η οδυνηρή περιστροφή μας
θα μοιάζει πιο πολύ στην καταδίκη,
που νιώθουν όσοι ζουν στιγματισμένοι,
άδικα, λόγω της δικής μας κρίσης.
Κι αν μέσα απ’ τη ζαλάδα ξεμυτίσουν
ελεύθερες και καθαρές οι σκέψεις
ίσως βρεθεί ο τρόπος να σωθούμε
πριν να μας λιώσουνε τα όρια του κύκλου
ή πριν βουλιάξουμε στο λάκκο,
που τα πόδια μας ανοίγουν,
πατώντας πάνω στην τελεία. 



Τρίτη, 27 Φεβρουαρίου 2018








Ένας λύκος αισθηματίας - Αργύρης Χιόνης


Διψάω γι’ αγάπη, πεινάω γι’ αγάπη, πονάω γι’ αγάπη...
Ουρλιάζω γι’ αγάπη, πεθαίνω γι’ αγάπη... αλλά...
Είμαι o λύκος, o κακός o λύκος και δεν γίνεται...
Δεν είναι δυνατόν τέτοια αισθήματα να έχω...
Γιατί αν το μάθουνε τα πρόβατα,
θα πέσουνε να με σπαράξουν...



Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018





Μανόλης Αναγνωστάκης

[Εκεί…]

Εκεί θα τα βρεις.
Κάποιο κλειδί
Που θα πάρεις
Μονάχα εσύ που θα πάρεις
Και θα σπρώξεις την πόρτα
Θ’ ανοίξεις το δωμάτιο
Θ’ ανοίξεις τα παράθυρα στο φως
Ζαλισμένα τα ποντίκια θα κρυφτούν
Οι καθρέφτες θα λάμψουν
Οι γλόμποι θα ξυπνήσουν απ’ τον άνεμο
Εκεί θα τα βρεις
Κάπου — απ’ τις βαλίτσες και τα παλιοσίδερα
Απ’ τα κομμένα καρφιά, δόντια σκισμένα,
Καρφίτσες στα μαξιλάρια, τρύπιες κορνίζες,
Μισοκαμένα ξύλα, τιμόνια καραβιών.
Θα μείνεις λίγο μέσα στο φως
Ύστερα θα σφαλίσεις τα παράθυρα
Προσεχτικά τις κουρτίνες
Ξεθαρρεμένα τα ποντίκια θα σε γλείφουν
Θα σκοτεινιάσουν οι καθρέφτες
Θ’ ακινητήσουν οι γλόμποι
Κι εσύ θα πάρεις το κλειδί
Και με κινήσεις βέβαιες χωρίς τύψεις
Θ’ αφήσεις να κυλήσει στον υπόνομο
Βαθιά βαθιά μες στα πυκνά νερά.
Τότε θα ξέρεις.

(Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, 
αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας).


Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018



Αξίζει να διαβαστεί




ΤΟ TΡΕΝΟ ΘΑ ΣΦΥΡΊΞΕΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ….

Τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια έτυχε να δω την ταινία του Πήτερ Μπογκντάνοβιτς “η τελευταία παράσταση”  με θέμα την  τελευταία κινηματογραφική προβολή σε μια αμερικανική κωμόπολη, λόγω της παρακμής του κινηματογράφου απ’ την ισοπεδωτική εισβολή της τηλεόρασης. Στο χωριό μας αυτή η τελευταία παράσταση έχει συμβεί προ πολλού, σε βαθμό που σχεδόν έχει ξεχαστεί ο κινηματογράφος του Δεληγιάννη, όσο και αν για μας, της κάποιας ηλικίας ανθρώπους, οι αναμνήσεις αυτές  δεν σβήνουν ποτέ.
Αργότερα ακολούθησε το “τελευταίο φιλί” για το τέλος μιας άδοξης σχέσης, και άλλοτε ο “τελευταίος ασπασμός” για την αποδημία εις Κύριον προσφιλών μας προσώπων. Και από τότε η λέξη <<τελευταίος>>, είτε ως επιθετικός είτε ως χρονικός προσδιορισμός, έγινε συνώνυμο του αποχωρισμού, της απώλειας, ενός πικρού συναισθήματος που σα μαχαιριά χαρακώνει τη μνήμη και γεννά νοσταλγικά συναισθήματα για κάτι ωραίο που τελείωσε, έσβησε οριστικά.
‘Έτσι και τώρα το τρένο θα σφυρίξει για τελευταία φορά κάποια νύχτα στις πρώτες μέρες του Φλεβάρη του 2018 στο μικρό μας σιδηροδρομικό σταθμό, καθώς οι ιθύνοντες εγκέφαλοι των σύγχρονων συγκοινωνιών έκριναν πιο πρόσφορη, πιο αποδοτική και πιο σύντομη τη χάραξη νέας γραμμής (μέσα από τη σήραγγα του Καλλιδρόμου) και την αλλαγή πορείας από την Τιθορέα προς Θεσσαλονίκη, παρακάμπτοντας έτσι τη γραφικότατη γραμμή από Τιθορέα προς Λιανοκλάδι μέσω Αμφίκλειας, Μπράλλου και Γοργοποτάμου.
Και καθώς η ημερομηνία της διέλευσης του τελευταίου τρένου δεν είναι σαφής, κανείς βέβαια δε θα είναι εκεί για να  χαιρετήσει για έσχατη φορά το τρένο που εξυπηρέτησε  γενιές και γενιές Δαδιωτών, από τότε που πρωτοκύλησε στις ράγες στις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι και τώρα. Εξυπηρέτησε σε ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές τους παππούδες, τους γονείς μας, εμάς τους ίδιους και τα παιδιά μας στις μετακινήσεις μας βασικά προς την πρωτεύουσα αλλά και βόρεια προς τη Μακεδονία, καθώς πάντα η λεωφοριακή συγκοινωνία ήταν ελλιπής ή ανύπαρκτη  ίσως και γιατί υπερκαλύπτονταν από το τρένο.
Θα σταθώ εκεί στη δεκαετία του ‘70 με ‘80, όταν ζήσαμε τη μεγάλη αίγλη του σταθμού μας, καθώς τα ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα ήταν μετρημένα, το οδικό δίκτυο σε κακή κατάσταση και οι ανάγκες για μετακίνηση ολοένα αυξανόμενες. Με νοσταλγία θυμάμαι τα απογεύματα της Κυριακής, όταν, φοιτητές όντες, επιστρέφαμε στην Αθήνα, να πλημμυρίζει ο σταθμός με καμιά πενηνταριά  και παραπάνω άτομα, ένα μελίσσι από νέους που σπούδαζαν στην Αθήνα, αλλά και μεγαλύτερους που κατέβαιναν για δουλειές στην πρωτεύουσα. Εκεί λοιπόν στο σταθμό περιμέναμε όλοι με τις βαλίτσες καταγής γεμίζοντας το χώρο με γέλια και φωνές, σχόλια για την πολιτική, καθώς ήταν εποχή της δικτατορικής παρακμής, του έπους του Πολυτεχνείου και αργότερα της μεταπολίτευσης, που έκαναν μερικούς μεγάλους να στραβομουτσουνιάζουν και να σιγομουρμουρίζουν… 
Περιμέναμε, περιμέναμε ώρα πολύ μέχρι να ακουστεί εκεί κάπου στο Κωμοπύλι το βαρύ αγκομαχητό της μηχανής και να φανεί ο καπνός απ’ το μαυρισμένο φουγάρο. Νωρίτερα, αρκετές φορές είχαμε ξεγελαστεί από κάποιο τυχαίο ήχο παραπλανητικό, όταν κάποιος με δυνατή φωνή επέβαλε “σσσσουτ”  για να ακουστεί καθαρά αν έρχεται ή όχι το τρένο. Και τότε μια βουβαμάρα έπεφτε στο σταθμό όλα τα κεφάλια στρέφονταν προς τα εκεί από όπου περιμέναμε το τρένο, αλλά μάταια, τίποτα… Και ξανά, πάλι απ’ την αρχή γέλια, αστεϊσμοί, φωνές, μαζί τώρα και η αγανάκτηση για την αργοπορία. Γιατί οι καθυστερήσεις ήταν φαινόμενο όχι απλά σύνηθες, αλλά ανελλιπώς καθημερινό, τόσο που στο τέλος δε μας πολυένοιαζε, καθώς ήταν κάτι το αναμενόμενο και υπολογιζόταν μάλιστα και στο συνολικό χρόνο του ταξιδιού, που ποίκιλλε από τις 3 ώρες (το κανονικό, αλλά σπανιότατο) μέχρι τις 5 ή και 6 ώρες. Μας αρκούσε η βεβαιότητα πως κάποτε θα περάσει το τρένο και θα μας πάει στον προορισμό μας στα σίγουρα.  Και καθώς η καλή παρέα με άλλους φίλους ήταν δεδομένη, το διασκεδάζαμε κι όλας. Και όταν επί τέλους φαινόταν να έρχεται μεγαλειώδες, μια ξαφνική κινητικότητα συνέβαινε, καθώς όλοι τρέχαμε να βρούμε τις βαλίτσες που ούτε θυμόμαστε πού τις είχαμε παρατήσει, όταν πρωτοήρθαμε. Και όταν τις βρίσκαμε, εκεί να δεις στριμωξίδι στις στενές πόρτες του τρένου για το ποιος θα πρωτανέβει. Φροντίζαμε να ανεβεί πρώτα ένας γερός νέος για να τραβήξει τις κοπέλες με τις βαρύτερες κατά κανόνα βαλίτσες. Και καθώς το πρώτο σκαλί ήταν (δεν ξέρω για ποιο λόγο) αρκετά ψηλό, χρειαζόταν κάποιος να βοηθήσει στο ανέβασμα, γιατί υπήρχε και το πιεστικό σφύριγμα του ελεγκτή που είχε κατέβει κάτω και επέβλεπε στην επιβίβαση των επιβατών, σφυρίζοντας και φωνάζοντας να βιαστούμε, λες και αυτά τα λίγα λεπτά θα κάλυπταν την ωριαία και βάλε καθυστέρηση.
‘Ήταν πραγματικά ένα πανηγύρι αυτή η αναμονή στο σταθμό για τους ταξιδιώτες και κυρίως για μας, τους νέους τότε,  που δε μας πολυπίεζε ο χρόνος, αρκεί να περνούσαμε καλά. Και ήταν γεγονός πως περνούσαμε καλά  και στο σταθμό, αλλά και μέσα στο τρένο, όπου μετά την επιβίβαση παιζόταν η δεύτερη πράξη του κωμικοδράματος, καθώς το τρένο όπως ήταν σχεδόν γεμάτο, όταν ερχόταν, έπρεπε να χωρέσει εμάς, πενήντα και βάλε άτομα, άλλες τόσες τουλάχιστον βαλίτσες και τσάντες και να μείνει και χώρος για τους άλλους, που θα ανέβαιναν στην Τιθορέα και παρακάτω. Βαδίζοντας λοιπόν και σπρώχνοντας στους στενούς διαδρόμους, ανοίγαμε τα κουπέ και ερευνούσαμε για τυχόν άδειες θέσεις. Σπάνια βρίσκαμε αλλά, τώρα που το σκέφτομαι, αυτή η αναζήτηση θέσης ήταν μια ενστικτώδης και όχι συνειδητή ενέργεια, γιατί, αν και μόλις βρίσκαμε, παρατούσαμε τα πράγματα και ξαναβγαίναμε στο διάδρομο, όπου ήταν και οι υπόλοιποι της παρέας, για να συνεχίσουμε τις κουβέντες, τους αστεϊσμούς, τα σχόλια, τα πειράγματα κ.λ.π..
Και το τρένο ταξίδευε… Τιθορέα, Λειβαδιά, Αλίαρτος, Αλαλκομεναί (τι παράξενο όνομα), Θήβα, Αυλώνα…. Συνήθως σε κάποιο μεγάλο σταθμό το τρένο ξανασταματούσε για αρκετή ώρα. Γιατί, καθώς η γραμμή ήταν μονή και τα δρομολόγια είχαν καθυστέρηση, δε μπορούσε να προγραμματιστεί με ακρίβεια η κίνηση δυο αντίθετων συρμών στην ίδια γραμμή. Πάλι καθυστέρηση, τόσο που πολλές φορές ανακοίνωνε ο σταθμάρχης ότι το τρένο θα ξεκινήσει πάλι σε μισή ώρα ή και σε τρία τέταρτα.  Και πάλι ανησυχία, αγανάκτηση για το πότε θα γίνουμε επιτέλους πολιτισμένο κράτος, που η λαϊκή ετυμηγορία ήταν αυτομάτως “ποτέ”. Ποτέ δε θα γίνουμε Ευρώπη, όπως έλεγε κάποιος που του είχε πει  ο ξάδελφος κάποιου φίλου του, που είχε πάει στη Γερμανία, όπου όλα δούλευαν ρολόι εκεί, ή ποτέ δε θα γίνουμε Σοβιετική ‘Ένωση, όπως είχε διαβάσει στο Ριζοσπάστη κάποιος άλλος και όπου όλα ήταν ιδανικά. Συνήθως στις μεγάλες καθυστερήσεις κατεβαίναμε για να ξεμουδιάσουμε, να πιούμε λίγο νερό, αλλά και κάποιοι για να φάνε κάτι, μέχρι και σουβλάκια ή και για να δείξουμε την αγανάκτησή μας φωνάζοντας στο σταθμάρχη, λες κι έφταιγε εκείνος.  Κάποτε ακουγόταν και πάλι το σφύριγμα του ελεγκτή, και άντε πάλι ανέβασμα με ευχές να φτάσουμε τώρα επιτέλους.
Το τρένο είχε συνήθως και μπαρ, όπου μπορούσες να πάρεις κάτι να πιεις ή να φας, αν είχες λεφτά και αν ήσουν τυχαία κοντά σ’ αυτό, γιατί, αν ήσουν μακρυά, η διαδρομή ήταν δύσβατη απ’ τους ανθρώπους του διαδρόμου κι απ’ τις βαλίτσες.  Αμυδρά θυμάμαι στα πρώτα μου ταξίδια ακόμα και καλάθια, που κουβαλούσε ο κόσμος στην Αθήνα μ’ ένα σωρό καλούδια και κάποτε και καμιά κότα ζωντανή που την είχαν κλεισμένη στο καλάθι με ραμμένη μια πετσέτα στο άνοιγμα του καλαθιού, απ’ όπου προεξείχε ελεύθερος ο λαιμός και το κεφάλι του ζωντανού που κοίταζε σαστισμένο και μεις γελούσαμε…. Τριτοκοσμικές, αλλά τόσο ωραίες, ξεχασμένες πια  σκηνές.
Ακόμα θυμάμαι εκείνη τη μυρουδιά του τρένου μια μυρουδιά ανάκατη μουντζούρας, πολυκοσμίας, ιδρώτα και τσιγάρου. Γιατί τότε επιτρεπόταν το κάπνισμα και μέσα στα βαγόνια κι αν κάποιον δυστυχή το ενοχλούσε πραγματικά, άντε να το πει σε μας τα επαναστατημένα νιάτα, που τα ξέραμε όλα. Κάποτε λοιπόν φτάναμε στην Αθήνα κι ο καθένας έπαιρνε βιαστικά το δρόμο του, συνήθως να προλάβει τη συγκοινωνία, γιατί η ώρα ήταν ήδη αρκετά περασμένη.
Αυτή ήταν μια τυπική διαδρομή με το τρένο με πολλά επί μέρους κωμικά περιστατικά που διάνθισαν τα φοιτητικά μας  χρόνια, όταν τα βλέπαμε όλα τόσο απλά αλλά και σύνθετα κι όταν νομίζαμε πως εμείς θα κάνουμε τον κόσμο καλύτερο, ακόμα και τα τρένα να πάνε στην ώρα τους. Κι είναι γεγονός πως πολλά διορθώθηκαν από τότε. ‘Ένα ταξίδι απ’ την Αθήνα στο Δαδί, διαρκεί, (ή  μάλλον τώρα πια το σωστότερο είναι πούμε διαρκούσε) λιγότερο από δύο ώρες. Αλλά τα δρομολόγια απ’ τον καιρό της κρίσης είχαν μειωθεί πολύ, σχεδόν ένα το πρωί και ένα δυο το απόγευμα, το επιβατικό κοινό είχε ελαττωθεί αρκετά, γιατί οι νεοέλληνες αποκτήσαμε πια δικό μας μεταφορικό μέσο και μας ήταν βαρύ και υποτιμητικό να  ταξιδέψουμε με το τρένο που τόσο ευχάριστα μας συντρόφευε στη νιότη μας.
Αλλά τώρα οι σχεδιασμοί της νέας Ελλάδας της Ε.Ο.Κ., της Ευρωπαϊκής που λέγαμε,  απαιτούν να  σταματήσει το θρυλικό 501 δρομολόγιο του τρένου. Δε μπορούμε βέβαια να πάμε κόντρα σε κεντρικούς σχεδιασμούς των συγκοινωνιών που έκριναν τούτο πιο συμφέρον και πιο γρήγορο απ’ το άλλο, δε μπορούμε να πάμε κόντρα στην εποχή της ταχύτητας και της τεχνολογίας, που ο χρόνος αποτιμάται σε χρήμα, αλλά πώς να το κάνουμε μας πονάει αυτό το επερχόμενο τελευταίο σφύριγμα.
Πόσο καλό και λυτρωτικό συνάμα θα ήταν να μαζευτούμε όλοι οι Δαδιώτες στο σταθμό και να χαιρετίσουμε αυτό το τελευταίο τρένο με χειροκροτήματα σαν αναγνώριση της μεγάλης του προσφοράς σ’ όλους τους Δαδιώτες στην υπεραιωνόβια ζωή του σε καλές και σε άσχημες στιγμές. Σ’ αυτό το τρένο, που μας έφερε σε επαφή με την άλλη Ελλάδα και συνέβαλε στην ανάπτυξη και στον εκσυγχρονισμό του χωριού μας. Σκέψεις και όνειρα αρκετά ρομαντικά χωρίς καμιά αξία στην πεζή μας εποχή, όπου τα συναισθήματα παραμερίζονται μπροστά στον οδοστρωτήρα του κέρδους, των συμφερόντων και της ταχύτητας της εποχής μας.
Κι όμως, αν το καλοσκεφτούμε, αυτό το τελευταίο σφύριγμα θα φέρει ριζική αλλαγή στο τόπο μας και θα πρέπει άμεσα να βρούμε άλλους τρόπους που θα αναπληρώσουν αυτό το συγκοινωνιακό κενό. Λένε πως ο υπουργός κι ο ίδιος ο πρωθυπουργός υποσχέθηκε πως θα διατηρηθούν κάποια δρομολόγια για την εξυπηρέτηση των επιβατών των τοπικών κοινωνιών της πεδιάδας του ‘Άνω Κηφισού. Απομένει να υλοποιηθεί η υπόσχεση,  γιατί πολλές υποσχέσεις παίρνει ο λαός απ’ τους κυβερνώντες, όταν θέλουν να του χρυσώσουν το χάπι. Και για να ’μαι  ειλικρινής, εκείνο το “όχι τώρα, αργότερα θα μπει σ’ ένα άλλο σχεδιασμό η εξυπηρέτηση των επιβατών  Αμφίκλειας, Λιλαίας και Μπράλλου”, βαθύτατα με ανησυχεί. Συνηγορεί βέβαια υπέρ μας και το πλεονέκτημα της ιστορικότητας της Γέφυρας του Γοργοποτάμου που περιλαμβάνεται σ’ αυτή την υπό κατάργηση γραμμή, που με τη συμβολική της βαρύτητα συγκινεί όλον τον  Ελληνισμό, πολύ περισσότερο μια προοδευτική- αριστερή κυβέρνηση που θα αποφασίσει τελικά για το μέλλον της γραμμής Τιθορέας - Αμφίκλειας - Μπράλλου - Λιανοκλαδίου.
Επί πλέον να τονίσουμε πως θα είναι εντελώς απαράδεκτο το ενδεχόμενο να μην έχει η ευρύτερη περιοχή της Αμφίκλεια απ’ ευθείας σύνδεση με την πρωτεύουσα της χώρας αλλά και του νομού, και  κάτι που απολάμβανε ήδη απ’ την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, τώρα στον 21ο αιώνα της προόδου και της ανάπτυξης να το στερηθεί. Για όλα αυτά πρέπει να είμαστε σε επαγρύπνηση και να απαιτήσουμε την άμεση λύση του προβλήματος, γιατί  η κυκλοφορία του τρένου έχει εγγραφεί στο συλλογικό ασυνείδητο της περιοχής ως συνώνυμο της  συγκοινωνίας και επικοινωνίας με την υπόλοιπη Ελλάδα.
Αλλά προς το παρόν ας επικεντρωθούμε όλοι στο τελευταίο σφύριγμα του 501 δρομολογίου του τρένου που θα σφυρίξει μια κρύα νύχτα στις αρχές του Φλεβάρη του 2018 σ’ ένα μάλλον εντελώς έρημο από κόσμο σταθμό και θα ανησυχήσει μόνο τα κουρνιασμένα πουλιά στα πεύκα του σταθμού της Αμφίκλειας.
   
Υ.Γ.   1.Το παρόν γράφτηκε την 1η Φεβρουαρίου 2018, όταν ακόμα εκτελούνται τα τελευταία δρομολόγια του τρένου από και προς την Αμφίκλεια.
       2.Αναφερθήκαμε στο δρομολόγιο με αριθμό 501 εντελώς συμβολικά ως την ευρύτερα γνωστή διαδρομή καθημερινά.  
   
 ΝΙΚΟΣ ΖΥΓΟΥΡΟΣ.









Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018







Δεν ήθελα να ξαναγυρίσω στο θέμα αλλά ξεφύτρωσε μπροστά μου η γνωστή ιστορία· αυτή, ντε, με το τραπέζι.
Εγώ, στο βουνό ανέβηκα, μιας και η μέρα ήταν όμορφη. Είδα τον ήλιο, το πρωί, που υποσχόταν μεγαλύτερη διάρκεια, επιθύμησα το πράσινο και τον καθαρό αέρα, πήρα μπουφάν, γυαλιά, το καφεδάκι μου κι ανηφόρησα. Με τον Ορφέα, φυσικά. Εκεί, βρήκαμε κι άλλα σκυλάκια χαρούμενα, με τα αφεντικά τους. Συναντήσαμε πρόσωπα χαμογελαστά νέων ανθρώπων, που με τα παιδάκια τους συνέλλεγαν τα σκουπίδια τους για να τα πετάξουν στον κάδο. Είδαμε όλες τις ηλικίες, ακόμα και προσκόπους να καθαρίζουν τον τόπο από τα κλαδιά, που έσπασε ο αέρας την προηγούμενη εβδομάδα. Είναι αλήθεια ότι το απόλαυσα. Περπάτησα, χάρηκα τη φύση, τρέχοντας κάμποσες φορές πίσω από τον Ορφέα, και μάζεψα αρκετή βιταμίνη D, που από το πολύ το μέσα είχε φτάσει στον πάτο. Κι όταν ήρθε η ώρα της επιστροφής δεν ήθελα ν’ αφήσω πίσω μου τις χαρούμενες ψιλές φωνούλες των λυκόπουλων, που με τα πράσινα καπελάκια τους συμμετείχαν υπερήφανα στην κυριακάτικη εξόρμηση. Μέχρι κι ο Ορφέας είχε σταθεί και τους χάζευε· είδα κι έπαθα να του βάλω το λουρί και να πάρουμε το δρόμο του γυρισμού. Λίγο πριν φτάσουμε στην κατηφόρα άκουσα ένα διπλό «Ωχ!» και στη συνέχεια έναν διάλογο, που κάτι μου θύμιζε:
«Πρόσεχε ρε, θα σκοτωθείς.»
«Δεν φταίω εγώ, αυτό το χαζόδεντρο βρέθηκε μπροστά μου!»
Δεν γύρισα το κεφάλι μου πίσω. Μήπως φταίω εγώ;

 Ο Εκβαθέων Αναρωτηθείς








Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018







Από το σπίτι στο Σύνταγμα πήγαινα με ταξί, πέντε στάσεις απόσταση, κι ούτε κατάλαβα πότε πρόλαβε να φουντώσει η συζήτηση.
«Για όλα στην Ελλάδα φταίει ένα τραπέζι» είπε ο ταξιτζής, με ιδιαίτερη σοβαρότητα,  στα μισά της διαδρομής και σάστισα.
«Τι εννοείτε με αυτό που λέτε;» ρώτησα μόλις συνήλθα.
«Δεν το λέω εγώ, μία μεγάλη ψυχολόγος το λέει».
«Δηλαδή;»
«Είναι απλό. Όταν το παιδί αρχίζει να περπατάει πιάνεται από το τραπέζι για να κάνει τα πρώτα βήματα. Φτάνοντας στη γωνία, χτυπάει το κεφάλι του στην κόχη του τραπεζιού και βάζει τα κλάματα. Η μάνα του αντί να το συμβουλέψει για τη απροσεξία του το παρηγορεί κοπανώντας το τραπέζι: ‘Να κακό τραπέζι που πόνεσες το παιδί μου. Μην κλαις αγάπη μου καλή’. Γι αυτό σας λέω: για όλα στην Ελλάδα φταίει ένα τραπέζι!»
Έτσι μου ήρθε να του πω ότι αυτή την ιστορία την έβγαλα από το κεφάλι μου, πριν από πολύ καιρό, για ν’ αποδείξω σ’ έναν άλλον ταξιτζή πως ο Έλληνας εξ απαλών ονύχων μαθαίνει να μη φταίει ποτέ. Όμως, δεν του το είπα, γιατί εγώ δεν είμαι ψυχολόγος. Από δω και πέρα θα πρέπει να προσέχω. Ποιος ξέρει τι άλλο θα γυρίσει να με βρει;

Ο Εκβαθέων Αναρωτηθείς 



Πέμπτη, 4 Ιανουαρίου 2018




Άτιτλο

Ξερνάει η υποκρισία το φιλί της
πιο πριν κι απ’ του Ιούδα την ανάγκη.
Των ραγισμένων εκμαγείων οι ασπασμοί
μαζί με των Ερμών τις κεφαλές
της παρακμής το χώμα προσκυνάνε.
Όσο του Αλκιβιάδη οι κραυγές
θα προσποιούνται θείο έρωτα
και των ανθρώπων οι ψυχές
τις ψευδαισθήσεις θα καρφώνουν
στον τοίχο της ματαιότητας
δεν θα είναι ήρεμος
ο ύπνος των παιδιών.  



Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις: Δωρίστε συνδρομές, συλλεκτικά αφιερώματα και βιβλί...

ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις: Δωρίστε συνδρομές, συλλεκτικά αφιερώματα και βιβλία...:


Ανάμεσα στα δώρα που σκέφτεστε να κάνετε σε αγαπημένα και σε φιλικά σας πρόσωπα, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, για το καλό του νέου χρόνου, σκεφτείτε να  περιλάβετε και μια ετήσια συνδρομή στο ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ 

ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΑ
ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟΥ
http://entefktirio.blogspot.gr/ 


Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017











Γράμματα Χριστουγεννιάτικα

Ετούτο το γράμμα μοιάζει πολύ μ’ εκείνα τα παλιά, που όλο άρχιζαν και όλο σταματούσαν για να ξαναρχίσουν ύστερα από λίγο και να σταθούν και πάλι. Στεναχωριόταν η μάνα, που δεν έστελνε νέα η νιόπαντρη θυγατέρα της κι αναρωτιόταν η κόρη τι θα σκεπτόταν η μάνα της, που δεν λάβαινε ειδήσεις. Έτσι γινόταν. Όσο αργούσε το γράμμα τόσο αργά περνούσε κι ο χρόνος, αφού η γραφή δεν τελείωνε γιατί τα μάτια θόλωναν κάθε που ξεκίναγε το χέρι να γράψει. Κι όλο μελάνιαζαν τα χείλια από το σάλιωμα του μολυβιού, κι όλο βρεχόταν το χαρτί και μούλιαζε απ’ τα δάκρυα, κι όλο περίμεναν οι παραλήπτες τον ταχυδρόμο, κι όλο αργούσαν να φτάσουν τα μηνύματα της χαράς.  
          Έφευγαν οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια, τα ματωμένα συναισθήματα, οι κοφτές ανάσες και τα δάκρυα πνίγονταν στα μαξιλάρια κι όταν έφταναν τα νέα στους αγαπημένους ήταν στρογγυλεμένα, για να μην ανοίξουν με τις αγκίδες τους κι άλλους πόνους. Οι άνθρωποι κράταγαν στο μυαλό τους, με ιερή προσήλωση, τις εικόνες του αποχαιρετισμού και στα χέρια τους κάποιες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, της τελευταίας στιγμής, με τη λύπη στα μάτια των αγαπημένων τους.
Σιγά-σιγά άλλαξαν οι συνήθειες, οι φωτογραφίες έγιναν χρωματιστές και ξεχώριζαν οι διαφορές του καιρού τις ίδιες εποχές σε άλλα μέρη. Από τη μια μεριά έφευγαν τα χιονισμένα «Καλά Χριστούγεννα» για να πάνε σε τόπους καλοκαιρινούς κι από την άλλη έφταναν τα «Ευτυχισμένο το Νέο Έτος» και οι Αγιοβασίληδες, με τα κοντομάνικα και τα μαγιό από τις παραλίες. Και τα χρόνια περνούσαν και κανένας δεν γύριζε. Οι παλιοί έφευγαν με την έλλειψη, οι νέοι κρατούσαν τους αγαπημένους τους σε κορνίζες και ο πόθος της επιστροφής έμενε στην καρδιά ανεκπλήρωτος.   
Ύστερα ήρθε η εξέλιξη, ζωντάνεψαν οι εικόνες μέσα στις κορνίζες τους και μίκρυναν τις αποστάσεις, οι αγαπημένοι ξεπάγωσαν και μιλούσαν μεταξύ τους, άλλαζαν τα νέα τους, έκλαιγαν μαζί και γελούσαν και υπόσχονταν πως το επόμενο καλοκαίρι θα βρίσκονταν από κοντά. Η πληροφορία έφτανε πριν από τη σκέψη και η αγάπη πριν από την ανάσα. Θάμπωναν τα μάτια με το πολύ της χαράς κι όταν τσάκιζαν οι καρδιές από το λίγο της εικόνας αρπάζονταν από την ελπίδα, για να γίνει το μετά κοντύτερο από το πριν, μέχρι να ειπωθεί εκείνη η πρόταση, που της έμελλε να μένει ατελείωτη γιατί έκανε την προσμονή αγαλλίαση:
«Μάνα, για τα Χριστούγεννα ξέρεις εσύ, έρχομαι…



Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017








Είπα σήμερα να καλέσω προσκλητήριο.

Παραμονές τ’ Αϊ Δημητριού το σπίτι στρωνόταν με τα καλά στρωσίδια και για να μη λερωθούν, ώσπου να φτάσουν οι πρώτοι επισκέπτες, έμπαιναν από πάνω τα παλιά. Διάδρομοι, κιλίμια ακόμα και κουρελούδες, όλα σε παράταξη, μάς πεδίκλωναν όταν η μάνα μάς κυνηγούσε με την κουτάλα της αλάδωτης φακής, για να μην παραστρατήσουμε γευστικά με τ’ αρτυμένα, έως ανήμερα της γιορτής που θα γυρνούσαμε από την εκκλησία.
Τριών λογιών γλυκά έφτιαχνε με τα χεράκια της. Πρώτα το κέρασμα των παιδιών, που θα έρχονταν να της φωνάξουν το «Χρόνια πολλά, θειά», ύστερα το σοκολατάκι με το σπιτικό λικέρ και στο τέλος η καρυδόπαστα. Το σπίτι μοσχοβολούσε βανίλια και σοκολάτα λιωμένη κι εμείς στημένοι, με τα καλά μας ρούχα, περιμέναμε τις επισκέψεις για τη γιορτή του πατέρα.
«Μάνα, πότε θα φάμε εμείς γλυκό;»
«Όταν τελειώσουν οι επισκέψεις.»
«Έχουμε καλέσει πολλούς;»
«Στις γιορτές δεν καλούν, είναι όλοι καλοδεχούμενοι.»
Σήμερα, που δεν νοιάζεται μη και δεν φτάσουν τα γλυκά, είπα να καλέσω προσκλητήριο. Να δώσουν το παρόν οι πρώην, οι νυν και οι αεί. Ν’ αφήσουν τις έγνοιες τους, μέρα που είναι, οι νέοι. Να βγουν από τις σκιές τους οι παλιοί και να κοιτάξουν κατά δω. Να ευχηθώ ό,τι αρέσει στον καθένα και να τους δω να χαμογελάνε ευχαριστημένοι, φεύγοντας.
Κι όσοι θα γιόρταζαν σήμερα ας είναι καλά εκεί που είναι. 


Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017






συνηθίσαμε στα μηνύματα
εσύ να στέλνεις αριθμούς
κι εγώ να υποθέτω
κι όταν αλλού ξεχνιέσαι 
κραυγές να βγάζω της σιωπής
να μη γυρίζεις να με δεις
να προσποιείσαι δεν ακούς
μέρα τη μέρα πιο πολύ

συνηθίσαμε 





Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017






Μαθαίνει ο πόνος το παυσίπονο
κι αυτό τονε σπουδάζει
όσο κρατιέται δίπλα του
κι όταν ο πόνος κουραστεί
εκείνο τον στηρίζει,
αφού χωρίς αυτόν  
κανένα λόγο ύπαρξης δεν έχει
Μα σαν τολμήσει ο πόνος
λίγο ν' αποξεχαστεί
το φάρμακό του ερωτοτροπεί
με άλλον πόνο
γιατί δεν είναι τα παυσίπονα όλα ίδια
ούτε και οι πόνοι είναι 


Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017



Στην Αγία Πετρούπολη, από τις 11 Ιουνίου έως τις 11 Ιουλίου, ο ήλιος δύει αλλά μένει ελάχιστα κάτω από τον ορίζοντα. Ο ουρανός κρατάει το φως του, η αίσθηση του χρόνου χάνεται, τα βεβαιωμένα όρια γίνονται ρευστά και μετατοπίζονται. Η ζωή της πόλης, στιγμιαία, μετασχηματίζεται σε εντύπωση…  



Βλαντίμιρ Βισότσκι 


Αυτά που δε μ’ αρέσουν

Δεν αποδέχομαι το δόγμα του μοιραίου τέλους,
Απ’ τον τροχό της μοίρας μου μπορώ να ξεπηδήσω.
Δεν αγαπώ την κάθε εποχή του έτους
Εάν δεν έχω διάθεση να σιγοτραγουδήσω.

Αντιπαθώ του κυνισμού την ψυχραιμία
Κι όταν ενθουσιάζονται προσποιητά.
Μ’ ενοχλεί η περιέργεια του ξένου
Όταν πίσω απ’ την πλάτη μου κρυφοκοιτά.

Δε μου αρέσει, όταν κομματιάζουν το ακέραιο
Η την κουβέντα μου διακόπτουν ξαφνικά.
Μισώ όποτε ύπουλα στην πλάτη με χτυπούνε
Και τους βρωμόψυχους όταν φορούν τα παστρικά.

Σιχαίνομαι τους σπερμολόγους με μορφή ερμηνευτών
Και τ’ αγαθά της ψεύτικής φιλίας,
Φοβάμαι τα σκυλιά τα μουλωχτά
Κι όταν με τρώνε τα σκουλήκια της αμφιβολίας.

Δε συμπαθώ τη βεβαιότητα χορτάτη,
Μπορεί να γίνω έξω φρενών.
Δε μου αρέσει η τιμή όταν ξεχνιέται
Κι όταν δοξολογούν τον ζωντανό.

Όποτε βλέπω άνθρωπο με τα φτερά σπασμένα
Δεν έχω οίκτο και αγανακτώ.
Δε δέχομαι τη βία, ούτε την δειλία
Δέχομαι μόνο τον σταυρωμένο τον Χριστό.

Μισώ τον εαυτό μου όταν καμιά φορά φοβάμαι,
Οργίζομαι, όταν τους αθώους χτυπούν.
Δε μου αρέσει να εισδύουν στην ψυχή μου
Κι όταν οι άμυαλοι μου βάζούνε μυαλό.

Δεν αγαπώ τις αίθουσες και τις οθόνες
Όπου τη θεία έμπνευση αλλάζουν με δραχμές,
Αν και στη γη μας θα προκύψουν αλλαγές μεγάλες
Εγώ, όλα αυτά, δεν πρόκειται να τα δεχτώ.


 ***

Κρίμα
Τραγούδι ανησυχίας

Να το δελφίνι
Κόβει προπέλα στα δυο!
Χώρα – καμίνι
Ενδυμασία – μαγιό.
Μέσα στη μήτρα
Τέρας γεννιέται μικρό!
Τώρα τα λύτρα!
Βλέμμα – σκληρό.

Φόβος! Δεν κάνω βήμα!
Κρίμα! Κρίμα! Κρίμα!

Ήρεμος τρόμος
Μέσα μου κυριαρχεί.
Κάθαρσης δρόμος
Φέρνει την αντοχή!
Άλμα στον Άδη
Κάνω εγώ, έλα μαζί.
Δεν είναι χάδι
Στόμα – βυζί.

Φόβος! Δεν κάνω βήμα!
Κρίμα! Κρίμα! Κρίμα!

Κάβα του πάθους:
Δάκρυα, ιδρώτα πουλά.
Μόνο ο άνους
Πάνω στη γη γελά.
Ήπειροι όλοι
Βούλιαξαν στο βυθό.
Το πιστόλι
Στον κρό-τα-φό!

Φόβος! Δεν κάνω βήμα!
Κρίμα! Κρίμα! Κρίμα!


***

Η εξομολόγηση

Λέω ως μεγάλοκαρχαρίας:
Λάθος γνώμη ότι οι πολιτικοί
Είναι εραστές της Εξουσίας,
Όχι! Μαζί μου είναι θηλυκοί.
Δυνατό το δικό μας σινάφι
Δεν τολμάς να κοιτάς με στραβά,
Το μυαλό μου οξύ σαν ξυράφι,
Τα σαγόνια μου είναι γοργά.

Ρεφρέν:
Την ευτυχία κυνηγώ, την ευτυχία,
Σαν λύκος με χαμόγελο κυνοδοντιών.
Κουφάρι ζωντανό η σαπιοκοινωνία
Όπου άρχω με δίκαιο των ισχυρών.

Για το χρήμα σκοτώνω μητέρα
Και το αίμα μου είναι ρευστό,
Αναπνέω και κάνω καριέρα
Κανονίζω τα πάντα μ’ αυτό.
Απ’ το σώμα της γης υφαρπάζω
Κ’ αφανίζω μεγάλα φελιά,
Δε νοιάζομαι το αύριο να βιάσω
Μόνο για σήμερα την αγκαλιά.

Είμαι λύκος γι’ αυτό το κοπάδι
Όποιο ονομάζεται λαός,
Κυνηγώ στου νόμου το σκοτάδι
Την αλήθεια μανιωδώς.
Κέφι μπόλικα πάντα θηρεύω,
Ερωμένες, ο τζόγος, ποτά,
Όμως νιώθω σιγά να πτωχεύω
Τα στολίδια αυτά ειν’ φθαρτά.

Άβυσσος που δεν έχει πυθμένα
Η ζωή με την γεύση ξινή,
Τρέχω σαν τρελός απελπισμένα
Όμως μένει αυτή αδειανή.
Μες στην ένδεια και καλοσύνη
Ζουν σοφοί του ντουνιά λυτρωτές,
Όλ’ αφήνω για λίγη γαλήνη
Που δεν είχα γνωρίσει ποτέ.


***

Τραγούδι για τους ποιητές

Σε αντίθεση με τον κοσμάκη τον αργόστροφο,
Οι ποιητές αληθινοί γνωρίζουν γρήγορα του Χάρου τη φιλιά,
Στα 26 του ο ένας στάθηκε απέναντι στο περίστροφο,
Ο άλλος στο λαιμό του έβαλε τη θηλιά.

Στα 33 διακόπηκαν του Χριστού τα οράματα,
Ήταν ο Μέγας Ποιητής του Κόσμου, αλλά,
Καρφιά στα χέρια του για να μην κάνει θαύματα,
Για να μην στρέψει του λαού τα μυαλά.

Ο αριθμός 37 έχει μια τραγική αντιστοιχία,
Των ποιητών η μοίρα, τους έστησε μια πλεκτάνη.
Αυτός ο αριθμός εκτέλεσε των Πούσκιν στην μονομαχία,
Στον Μαγιακόφσκι έφερε στον κρόταφο την κάννη.

Καθυστερώ στον αριθμό 37. Το έργο του Θεού θαμπό,
Φαίνεται θεωρεί πως το σινάφι θέλει φοβέρα:
Αυτό το όριο δεν πέρασαν ο Βύρων κι ο Ρεμπώ
Ενώ οι σύγχρονοι κατάφεραν να γλιστρήσουν πέρα.

Δεν έγινε η μονομαχία μου. Ήταν η τύχη μου χαλάστρα,
Και στα τριάντα τρία μου με σταύρωσαν, μα όχι εντελώς.
Και στα τριάντα εφτά, όχι το αίμα, τ’ άσπρα
Μουντζούρωσαν τους κροτάφους μου, κι όχι ολικώς.

Ν’ αυτοκτονήσω; Που χάθηκε η δήθεν βούληση η ανδρική;
Υπομονή ψυχοπαθείς και υστερικοί!
Πάνω στου μαχαιριού την κόψη περπατούν οι ποιητές
Και μέχρι αίματος πληγώνουν τις ξυπόλυτες ψυχές.

Κι εγώ θα φύγω σύντομα, αυτοκτονώ καθημερινά
Αφού χωρίς την άσπρη δεν μπορώ να αναπνέω.
Είναι φαρμακωμένη η ανήσυχη ψυχή μου παντοτινά,
Και δεν μπορεί ν’ αποδεχτεί τις ατέλειες στο ζην κραυγαλέο.

Σας λυπάμαι, οπαδοί μοιραίων αριθμών!
Καταπονείστε περιμένοντας σαν παλλακίδες στο χαρέμι:
Πότε και πως ο ποιητής αλλόδοξος θα γίνει ο παθών,
Πότε και πως θα χάσει της ζωής το γκέμι.

Ναι μάλιστα, η καρδιά του ποιητή βγάζει καινά δαιμόνια,
Ενώ το στήθος του είναι σημάδι για τα βέλη
Αυτοί που έφυγαν την αθανασία απέκτησαν, όχι με χρόνια,
Αυτοί που έμειναν κυνηγιούνται από την αιμοβόρη αγέλη.


***

Μπαλάντα για μάχη

Δίπλα σε λιωμένα κεριά,
Με καμπουριασμένες ράχες,
Με σώματα
Γεμάτα εκδορές,
Παιδιά του βιβλίου
Ποθούσαν για μάχες,
Και έπλητταν απ’ τις μικρές
Τους συμφορές.

Συνεχώς τα παιδιά δυσφορεί
Του σπιτιού η ζωή και η ηλικία,
Για το δίκαιο δερνόμασταν ως τιμωροί,
Και η αρένα μας η συνοικία.
Στον κόσμο μας βυθούσαμε
Στήνοντας ομάδες,
Βιβλία καταβροχθούσαμαι
Μεθώντας από της αράδες.

Όνειρα τρελά
Ζωής μεγάλης,
Η δίψα για απρόοπτο
Υπεράνω μας.
Τα κεφάλια μας ζάλιζε
Το άρωμα πάλης,
Από τις κίτρινες σελίδες
Ορμούσε πάνω μας.

Και προσπαθούσαμε να κατανοήσουμε
Εμείς που δεν γνωρίσαμε πολέμους,
Γιατί το έλεος να αγνοήσουμε;
Και ποιος τους σπέρνει τους ανέμους;
Το μυστικό της λέξης «διαταγή»,
Της επιθέσεις το νόημα,
Του φόβου την πηγή,
Και των φωτοβολίδων το επινόημα.

Μες στα καζάνια που έβραζαν,
Των προηγούμενων μαχών,
Τόση τροφή
Για τα μυαλά μας αντικρίζαμε.
Και στα παιχνίδια παιδικά
Στους ρόλους των δειλών και προδοτών,
Τους δικούς μας εχθρούς
Διορίζαμε.

Και τα ίχνη των κακών
Να χαθούν δεν αφήναμε,
Των υποθέσεων καρδιακών
Την παραφορά εγκρίναμε.
Ηγούσαμε στρατιές και στόλους
Και τον λόγο μας φυλάγαμε,
Για τους ηρώων ρόλους
Τους εαυτούς μας προάγαμε.

Αλλά στις φαντασίες δε μπορείς
Εντελώς να φύγεις,
Μικρή ζωή έχουν οι διασκεδάσεις,
Τόση οδύνη γύρω!
Προσπάθησε τις παλάμες
Των νεκρών ν’ ανοίγεις,
Και το όπλο να πάρεις.
Σε διεγείρω!

Δοκίμασε αρπάζοντας
Το δίκοπο σπαθί,
Την πανοπλία βάζοντας,
Και δείξε, τι αξίζεις, τι ποθείς!
Θα καταλάβεις αν είσαι δειλός
Ή της μοίρας ο εκλεκτός,
Τον εαυτό σου δοκίμασε,
Για μάχη αληθινή προετοίμασε.

Κι όταν δίπλα σου πέφτει
Λαβωμένος ο φίλος,
Και για πρώτο χαμό
Θα ουρλιάζεις θρηνώντας.
Και τον δρόμο θα χάσεις
Και στου κρημνού το χείλος,
Θα βρεθείς
Τριγυρνώντας.

Τον εαυτό σου μην αφήνεις λάσκα
Μπροστά στην σπείρα συμφερόντων,
Τα πρόσωπα τους μάσκα
Με χαμόγελο κυνοδόντων.
Το κακό και το ψέμα τους
Με μούρη άγρια!
Και πάντα πίσω τους
Φέρετρα μακάβρια.

Αν τον δρόμο ανοίγοντας
Με σπαθί και μιλιά,
Τη σπουδαία πορεία
Συνεχίζεις… Εμπρός!
Αν κερδίζεις τη μάχη
Με μια πινελιά,
Χρήσιμα βιβλία
Διάβαζες μικρός.

Εάν σε έπιανε η μιζέρια
Και δεν έβλεπες ίχνη καλού,
Εάν με σταυρωμένα χέρια
Παρακολουθούσες αφ’ υψηλού.
Εάν στη μάχη δεν μπήκες,
Απ’ το κλουβί του σκλάβου δεν βγήκες,
Και το όπλο σου σκούριασε στις οπλοθήκες,
Τότε έμεινες ένα ανθρωπάκι
Που δεν γνώρισε νίκες!




Αριστουργήματα ξένης ποίησης 
σε μεταφράσεις του Γιώργου Σοϊλεμεζίδη
«Οι Ποιητές, οι μεγάλοι ποιητές δεν έχουν ημερομηνία γέννησης και θανάτου, είναι διαχρονικοί. Όσο και να αλλάξουν οι αξίες, οι προτεραιότητες και οι προτιμήσεις των νέων γενιών, τον Άνθρωπο πάντα θα αγγίζουν τα αισθήματα, οι σκέψεις, οι απίθανες ομορφιές των συνδυασμών του Λόγου που έχουν εκφράσει αυτοί οι ποιητές.»

Οι αποδόσεις των παραπάνω ποιημάτων είναι "δάνεια" από τις μεταφράσεις του Γιώργου Σοϊλεμεζίδη, ποιητή, μεταφραστή και συλλέκτη (PEGAS, ΜΕΓΑΛΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΜΙΚΡΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ). 

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017


ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις: Βιωματική πεζογραφία με υπαρξιακές ανησυχίες

Το τείχος του Βερολίνου άρχισε να χτίζεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας  τη νύχτα της 12ης προς την 13η Αυγούστου 1961. Κατ...

Μία θαυμάσια παρουσίαση από τον Γιώργο Κορδομενίδη!

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Αναρτήθηκε Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

ΜΕ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΠΟΥΛΙΑ


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ


ΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΠΟΥΛΙΑ

Αυτά τα απελέκητα πουλιά
είναι οικόσιτα δεν επιτίθενται
εκούσια συλλαμβάνονται κι εύκολα γίνονται
φίλοι·
μη σε τρομάζει η φριχτή τους όψη.

Τα μάζεψα σ’ ένα ποτάμι μακρινό
και τά ’φερα να τά ’χω συντροφιά
τις μέρες και τις νύχτες των δακρύων

ίσως σαν επεκτάσεις της συμπάθειας
προς τους μειλίχιους και βολικούς
ασχημανθρώπους.



Από την ποιητική συλλογή «Οι συζητητές», Εκδόσεις του περιοδικού Πόρφυρας, Κέρκυρα 1981.